Tuesday, October 23, 2012

Η Ελληνική εξωτερική πολιτική πρίν από το 1936

Το αίτημα της διαβαλκανικής συνεννόησης.
 Συγκέντρωση υπέρ του βασιλιά Γεωργίου Β'
 και του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.
Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Πολεμικού Μουσείου
, αρ. εισ. 0169.© Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η αποδυναμωμένη διεθνώς και εξαρτημένη οικονομικά Ελλάδα στη δεκαετία του '20 αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες προκειμένου να διέλθει με επιτυχία την πολλαπλά βεβαρημένη συγκυρία, που σημαδεύτηκε εκτός των άλλων από την οικονομική κρίση του '29 και την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη. Η σύναψη μίας σειράς συμφώνων φιλίας και η συμμετοχή στην πορεία της διαβαλκανικής συνεννόησης αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκε η ελληνική διπλωματία.
Από την άλλη πλευρά, οι επαφές με τις Μεγάλες Δυνάμεις συνέχιζαν να εγγράφονται στο πλαίσιο της τήρησης "ίσων αποστάσεων", με την Αγγλία να διατηρεί ένα μικρό προβάδισμα, έως τουλάχιστον το 1935, που σχετιζόταν και με τους οικονομικούς δεσμούς της χώρας. Η ελληνική εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο 1936-1944 χαρακτηρίστηκε από μια κινητικότητα και ρευστότητα σε όλα τα επίπεδα: πολιτική συμμαχιών, αναζήτηση μορφών συλλογικής ασφάλειας, σχέσεις με τις γείτονες χώρες και τις Μεγάλες Δυνάμεις στο διεθνή χώρο. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου κληρονόμησε δομές και υποχρεώσεις στο επίπεδο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, τις οποίες δήλωσε πως θα διατηρούσε και θα ενίσχυε με νέες πρωτοβουλίες.

Το αίτημα της διαβαλκανικής συνεννόησης

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 η ελληνική εξωτερική πολιτική κινήθηκε σε δύο συμπληρωματικά επίπεδα:
α. Στο βαλκανικό χώρο, οι προσπάθειες για την επίτευξη συνεννόησης μεταξύ των κρατών της βαλκανικής χερσονήσου τοποθέτησαν την Ελλάδα στο κέντρο της προσπάθειας για τη διαμόρφωση ενός συστήματος διαβαλκανικής συλλογικής ασφάλειας, το οποίο προβλήθηκε ως βιώσιμη λύση για τη σταδιακή αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού συστήματος στη δεκαετία του 1930. Το αίτημα της αναζήτησης ενός ευρύτερου συστήματος διακρατικής συνεργασίας, υιοθετήθηκε από τέσσερις βαλκανικές κυβερνήσεις (Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας, Τουρκίας, Ρουμανίας), οδήγησε σε μία σειρά επιμέρους συνεννοήσεων και επισφραγίστηκε από το βαλκανικό σύμφωνο του 1934.
β. Ειδικά μετά το 1933, η Ελλάδα προσπάθησε να κρατήσει πολιτική "ίσων αποστάσεων", αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που θα διατάραζε την ισορροπία απέναντι στα δύο διαγραφόμενα ευρωπαϊκά στρατόπεδα (Ιταλία-Γερμανία, Βρετανία-Γαλλία). Στο πλαίσιο μιας προσεκτικής εξωτερικής πολιτικής, η Ελλάδα διατήρησε σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με τα δύο φασιστικά καθεστώτα (της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας), αλλά παράλληλα καλλιέργησε κλίμα συνεννόησης με τη Βρετανία, αναγνωρίζοντας τα συμφέροντα της τελευταίας στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Η διαβαλκανική προσέγγιση

Τα βαλκανικά κράτη επέδειξαν έντονο ενδιαφέρον για την εξεύρεση μορφών συλλογικής αντιμετώπισης διεθνών προβλημάτων. Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1929 και απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930 οδήγησε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των βαλκανικών χωρών και σε προστατευτισμό, επηρεάζοντας αρνητικά τις οικονομίες των κρατών της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Στο πλαίσιο αναζήτησης λύσεων, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία συμμετείχαν σε μία διεθνή συνδιάσκεψη με σκοπό τη δημιουργία ενός συστήματος οικονομικής συνεργασίας ανάμεσα σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλκανικής.
Παράλληλα,

Thursday, October 18, 2012

Η έννοια της αιτιότητας και η προσέγγιση του Αριστοτέλη και Χιουμ


Καταρχήν, πριν ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας με τις προσεγγίσεις του Αριστοτέλη και του Hume στο ζήτημα της αιτιότητας είναι αναγκαίο να κατανοηθεί η έννοια αυτής. Όταν κάποιος κάνει λόγο για αιτιότητα αναφέρεται στη σχέση μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, δηλαδή στο πως κάτι επιδρά στο διπλανό του. Η έννοια της αιτιότητας είναι παλαιότερη του Αριστοτέλη, την συναντούμε ήδη στον φιλόσοφο Αναξίμανδρο από τη Μίλητο ο οποίος σημειώνει: «όλα τα πράγματα πληρώνουν ανάμεσά τους ποινή και αποζημίωση για την αδικία που παθαίνουν σε τακτά χρονικά διαστήματα». Μέσα από την μελέτη της αιτιότητας κερδίζουμε γνώση, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την απόκτηση δύναμης πάνω στη φύση. Εάν δηλαδή γνωρίζουμε τα αίτια κάποιων ανεπιθύμητων γεγονότων που διαδραματίζονται στη φύση, όπως πυρκαγιές, πλημμύρες ή σεισμοί μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα αποτρέψουμε από το να συμβούν.

Τη συζήτηση γύρω από την αιτιότητα τη διακρίνουμε σε δύο μέρη, το ένα είναι το μεταφυσικό και το άλλο, το γνωσιολογικό. Το πρώτο μέρος είναι η φύση της σύνδεσης ανάμεσα στην αιτία και του αποτέλεσμα. Η απάντηση δηλαδή στο ερώτημα πώς η αιτία θα φέρει το αποτέλεσμα. Το δεύτερο κομμάτι είναι το επιστημονικό μέρος το οποίο ασχολείται με το ερώτημα εάν και κατά πόσο είναι δυνατή η αιτιακή γνώση. Κι αν τελικά αυτή είναι δυνατή με ποιο τρόπο μπορεί να αποκτηθεί.


Προσέγγιση του ζητήματος της αιτιότητας από τον Αριστοτέλη

Εκείνος που έθεσε τις βάσεις του αιτίου και του αιτιατού ήταν ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.). Η έννοια της αιτιότητας αποτελεί ένα από τα κεντρικότερα ζητήματα που ασχολείται ο Αριστοτέλης στα βιβλία του Φυσικά αλλά και Μετά Φυσικά. Για τον Αριστοτέλη κάθε γεγονός έχει και μια αιτία και η γνώση των αιτιών αυτών είναι επιστήμη. Στο Β’ βιβλίο του στα Φυσικά αναφέρει ότι για οποιοδήποτε αποτέλεσμα είναι αναγκαία τέσσερα αίτια φυσικών 
διαδικασιών από τα οποία κανένα ποτέ δεν είναι επαρκές από μόνο του. Συνοπτικά τα τέσσερα αυτά αίτια είναι : το υλικό αίτιο που αφορά την ύλη από την οποία αποτελείται ένα αντικείμενο, το ποιητικό αίτιο το οποίο αναφέρεται σε εκείνο που δημιούργησε το αντικείμενο, το ειδικό ή μορφικό αίτιο που είναι το είδος ή η μορφή του αντικειμένου και το τελικό αίτιο το οποίο αναφέρεται στο σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε κάτι.

Για να κατανοηθούν καλύτερα τα τέσσερα αίτια που παρουσιάζει ο Αριστοτέλης είναι σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν παραδείγματα. Έστω ότι το παράδειγμά μας είναι το αποτέλεσμα της δημιουργίας ενός τραπεζιού. Το υλικό αίτιο στην περίπτωση αυτή θα είναι το υλικό από το οποίο έχει φτιαχτεί το συγκεκριμένο τραπέζι (γυαλί, ξύλο, μέταλλο). Το ποιητικό αίτιο θα είναι ο επιπλοποιός, ο άνθρωπος δηλαδή που κατασκεύασε το τραπέζι. Ειδικό ή μορφικό αίτιο είναι η μορφή, το σχήμα ακόμα και το χρώμα που χαρακτηρίζει την ιδιαιτερότητα του τραπεζιού αυτού. Το τελικό αίτιο έχει να κάνει με το σκοπό, το λόγο για τον οποίο δημιούργησε ο τεχνίτης το τραπέζι αυτό. Θα μπορούσε έστω στο συγκεκριμένο παράδειγμα να είναι το τελικό αίτιο η εκτέλεση μιας παραγγελίας ή η χρησιμοποίηση του τραπεζιού στο σπίτι του επιπλοποιού για την τοποθέτηση του φαγητού. Αυτό το παράδειγμα αντιπροσωπεύει τη λειτουργία των αιτιών στις ανθρώπινες δημιουργίες.

Στρεφόμενοι στα έργα της φύσης αντιλαμβανόμαστε ότι γίνεται επιτακτικό το ερώτημα γύρω από τη λειτουργία αλλά και παρουσία του τελικού αιτίου. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης είναι αυτό του βελανιδιού που πέφτει στο έδαφος και με τις κατάλληλες συνθήκες, όπως το φως του ήλιου και η θρέψη της γης το βοηθούν να εξελιχθεί σε βελανιδιά. Ο Αριστοτέλης λέει εδώ πως το βελανίδι κρύβει μέσα του τη βελανιδιά, μέσα του ο σπόρος δηλαδή, περιέχει το σκοπό. Η εξέλιξη του σπόρου σε βελανιδιά είναι την ίδια στιγμή τελικό αλλά και μορφικό αίτιο, καθώς η μορφή η τελική του, είναι να γίνει βελανιδιά όπως και ο προορισμός του.

Αν ο σπόρος ήταν παρμένος από ένα καλαμπόκι, που