Η αποδυναμωμένη διεθνώς και εξαρτημένη οικονομικά Ελλάδα στη δεκαετία του '20 αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες προκειμένου να διέλθει με επιτυχία την πολλαπλά βεβαρημένη συγκυρία, που σημαδεύτηκε εκτός των άλλων από την οικονομική κρίση του '29 και την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη. Η σύναψη μίας σειράς συμφώνων φιλίας και η συμμετοχή στην πορεία της διαβαλκανικής συνεννόησης αποτέλεσαν τους βασικούς άξονες πάνω στους οποίους κινήθηκε η ελληνική διπλωματία.
Από την άλλη πλευρά, οι επαφές με τις Μεγάλες Δυνάμεις συνέχιζαν να εγγράφονται στο πλαίσιο της τήρησης "ίσων αποστάσεων", με την Αγγλία να διατηρεί ένα μικρό προβάδισμα, έως τουλάχιστον το 1935, που σχετιζόταν και με τους οικονομικούς δεσμούς της χώρας. Η ελληνική εξωτερική πολιτική κατά την περίοδο 1936-1944 χαρακτηρίστηκε από μια κινητικότητα και ρευστότητα σε όλα τα επίπεδα: πολιτική συμμαχιών, αναζήτηση μορφών συλλογικής ασφάλειας, σχέσεις με τις γείτονες χώρες και τις Μεγάλες Δυνάμεις στο διεθνή χώρο. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου κληρονόμησε δομές και υποχρεώσεις στο επίπεδο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, τις οποίες δήλωσε πως θα διατηρούσε και θα ενίσχυε με νέες πρωτοβουλίες.
Το αίτημα της διαβαλκανικής συνεννόησης
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 η ελληνική εξωτερική πολιτική κινήθηκε σε δύο συμπληρωματικά επίπεδα:
α. Στο βαλκανικό χώρο, οι προσπάθειες για την επίτευξη συνεννόησης μεταξύ των κρατών της βαλκανικής χερσονήσου τοποθέτησαν την Ελλάδα στο κέντρο της προσπάθειας για τη διαμόρφωση ενός συστήματος διαβαλκανικής συλλογικής ασφάλειας, το οποίο προβλήθηκε ως βιώσιμη λύση για τη σταδιακή αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού συστήματος στη δεκαετία του 1930. Το αίτημα της αναζήτησης ενός ευρύτερου συστήματος διακρατικής συνεργασίας, υιοθετήθηκε από τέσσερις βαλκανικές κυβερνήσεις (Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας, Τουρκίας, Ρουμανίας), οδήγησε σε μία σειρά επιμέρους συνεννοήσεων και επισφραγίστηκε από το βαλκανικό σύμφωνο του 1934.
β. Ειδικά μετά το 1933, η Ελλάδα προσπάθησε να κρατήσει πολιτική "ίσων αποστάσεων", αποφεύγοντας κάθε ενέργεια που θα διατάραζε την ισορροπία απέναντι στα δύο διαγραφόμενα ευρωπαϊκά στρατόπεδα (Ιταλία-Γερμανία, Βρετανία-Γαλλία). Στο πλαίσιο μιας προσεκτικής εξωτερικής πολιτικής, η Ελλάδα διατήρησε σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με τα δύο φασιστικά καθεστώτα (της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας), αλλά παράλληλα καλλιέργησε κλίμα συνεννόησης με τη Βρετανία, αναγνωρίζοντας τα συμφέροντα της τελευταίας στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.
Η διαβαλκανική προσέγγιση
Τα βαλκανικά κράτη επέδειξαν έντονο ενδιαφέρον για την εξεύρεση μορφών συλλογικής αντιμετώπισης διεθνών προβλημάτων. Η οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 1929 και απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη ως τις αρχές της δεκαετίας του 1930 οδήγησε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των βαλκανικών χωρών και σε προστατευτισμό, επηρεάζοντας αρνητικά τις οικονομίες των κρατών της κεντρικής και νότιας Ευρώπης. Στο πλαίσιο αναζήτησης λύσεων, η Ρουμανία και η Γιουγκοσλαβία συμμετείχαν σε μία διεθνή συνδιάσκεψη με σκοπό τη δημιουργία ενός συστήματος οικονομικής συνεργασίας ανάμεσα σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης και της Βαλκανικής.
Παράλληλα,

